Μετάφραση του "Insurance" σε Ελληνικά
Οι Ασφάλεια, ασφάλιση, ασφάλιση, ασφάλεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Insurance" σε Ελληνικά.
-
Ασφάλεια, ασφάλιση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Insurance " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
A means of indemnity against a future occurrence of an uncertain event. [..]
-
ασφάλιση
noun feminineindemnity [..]
This insurance is provided by six fisheries insurance associations covering the whole of Finland.
Η ασφάλιση αυτή παρέχεται από έξι ενώσεις ασφάλισης της αλιείας που καλύπτουν ολόκληρη τη Φινλανδία.
-
ασφάλεια
noun feminineYeah, they boost their own van, and they collect the insurance money.
Ναι, κλέβουν οι ίδιοι το φορτηγάκι τους, και παίρνουν τα λεφτά από την ασφάλεια.
-
Ασφάλεια
equitable transfer of the risk of a loss, from one entity to another in exchange for payment
Yeah, they boost their own van, and they collect the insurance money.
Ναι, κλέβουν οι ίδιοι το φορτηγάκι τους, και παίρνουν τα λεφτά από την ασφάλεια.
-
ασφάλιση (ασφάλεια)
An agreement of providing financial protection contingencies, such as death, loss or damage and involving payment of regular premiums in return for a policy guaranteeing such protection.
Φράσεις παρόμοιες με "Insurance" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αντιπλημμυρική ασφάλιση · κάλυψη για ζημιές από πλημμύρες
-
ασφάλισμα · ασφαλιστική αποζημίωση
-
ασφάλιση προσώπων
-
ασφάλιση επαγγελματικής στέγης · εμπορική ασφάλιση
-
ασφαλιστική κάλυψη
-
ασφαλίζω · εξασφαλίζω · σιγουρεύω
-
δυστύχημα
-
ασφάλιση αναπηρίας