Μετάφραση του "Interface" σε Ελληνικά

Οι Διεπαφή, διασύνδεση, διεπαφή, διεπιφάνεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Interface" σε Ελληνικά.

Interface
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Διεπαφή, διασύνδεση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Interface " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

interface verb noun γραμματική

The point of interconnection between two entities. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διεπαφή

    noun feminine

    (computing) the connection between a user and a machine [..]

    When the vehicle comes to a full stop, the driver can resume the interface.

    Όταν το όχημα ακινητοποιηθεί μπορεί ο οδηγός να επανέλθει στη διεπαφή που διακόπηκε.

  • διεπιφάνεια

    noun feminine

    (chemistry, physics) a thin layer or boundary between two different substances or two phases of a single substance [..]

    Isaacs used the likeness of Alicia Marcus for the computer's interface.

    Ο'ιζακς χρησιμοποίησε τη μορφή της Αλίσια Μάρκους στη διεπιφάνεια του υπολογιστή.

  • διεφάπτω

    verb

    transitive

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • φέρω σε διεπαφή
    • θύρα
    • διεπαφικός
    • διασύνδεση
    • Διεπαφή
    • διάμεση επιφάνεια
    • περιβάλλον εργασίας

Φράσεις παρόμοιες με "Interface" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Interface" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη