Μετάφραση του "Interior" σε Ελληνικά

Οι Εσωτερικός, εσωτερικός, εσωτερικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Interior" σε Ελληνικά.

Interior proper noun

A town/village in South Dakota. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Εσωτερικός

    Interior fittings of motor vehicles (resistance of seats and their anchorages)

    Εσωτερικός εξοπλισμός μηχανοκίνητων οχημάτων (αντοχή των καθισμάτων και των αγκυρώσεών τους

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Interior " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

interior adjective noun γραμματική

having to do with the inland parts of a country far from the coasts [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εσωτερικός

    adjective masculine

    The outside world means nothing - Only the interior world is real.

    Ο έξω κόσμος δεν σημαίνει τίποτα, μόνο ο εσωτερικός κόσμος είναι πραγματικός.

  • εσωτερικό

    noun neuter

    I also have to say the Ford has a particularly unpleasant interior.

    Θα ήθελα επίσης να πω η Ford έχει μια ιδιαίτερα δυσάρεστη εσωτερικό.

  • ενδόμυχος

Εικόνες με "Interior"

Φράσεις παρόμοιες με "Interior" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Interior" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη