Μετάφραση του "Italian" σε Ελληνικά

Οι ιταλικός, ιταλικά, Ιταλός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Italian" σε Ελληνικά.

Italian adjective noun proper γραμματική

Pertaining to Italy, its people or its language. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιταλικός

    adjective masculine

    of or pertaining to Italy [..]

    This is gonna be the smallest Italian wedding in the history of time.

    Θα είναι ο μικρότερος ιταλικός γάμος στην ιστορία!

  • ιταλικά

    proper neuter n-p

    language [..]

    Do you speak Italian? - Not yet, that's my first lesson!

    « Μιλάς ιταλικά; » - « Όχι ακόμα, αυτό είναι το πρώτο μου μάθημα! »

  • Ιταλός

    noun masculine

    person

    The new Italian ambassador has a present for you.

    Ο νέος Ιταλός πρέσβης σου έχει φέρει κάποιο δώρο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Ιταλίδα
    • Ιταλικά
    • ιταλική
    • Ιταλιάνα
    • Ιταλιάνος
    • ιταλικό
    • ιταλός
    • ιταλική γλώσσα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Italian " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

italian
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιταλική γλώσσα

    In my constituency there are many people of Italian origin, one of whom is a teacher and, obviously, a fluent Italian speaker.

    Στην περιφέρειά μου ζουν αρκετοί πολίτες ιταλικής καταγωγής, ένας εκ των οποίων είναι δάσκαλος και, προφανώς, κατέχει πολύ καλά την ιταλική γλώσσα.

Φράσεις παρόμοιες με "Italian" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Italian" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη