Μετάφραση του "Janissary" σε Ελληνικά
Οι Γενίτσαροι, γενίτσαρος, Γενίτσαροι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Janissary" σε Ελληνικά.
Janissary
noun
a Turkish soldier
-
Γενίτσαροι
The Janissaries were always taken in childhood.
Οι Γενίτσαροι απαγάγονταν πάντα στην παιδική ηλικία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Janissary " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
janissary
noun
γραμματική
An elite, highly loyal supporter. [..]
-
γενίτσαρος
noun masculineformer Turkish soldier
-
Γενίτσαροι
profession
The Janissaries were always taken in childhood.
Οι Γενίτσαροι απαγάγονταν πάντα στην παιδική ηλικία.
-
γενίτσαροι
The Janissaries were always taken in childhood.
Οι Γενίτσαροι απαγάγονταν πάντα στην παιδική ηλικία.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη