Μετάφραση του "Japanese" σε Ελληνικά

Οι ιαπωνικός, Ιάπωνας, ιαπωνικά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Japanese" σε Ελληνικά.

Japanese adjective noun proper γραμματική

Of, relating to, or derived from Japan, its language, or culture. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιαπωνικός

    adjective masculine

    of or relating to Japan

    The Japanese army then asked the advise of distinguished technologists.

    Ο ιαπωνικός στρατός προσέλαβε σαν σύμβουλους διακεκριμένους τεχνολόγους.

  • Ιάπωνας

    noun masculine

    person of Japan [..]

    His father is Japanese.

    Ο πατέρας του είναι Ιάπωνας.

  • ιαπωνικά

    proper noun neuter n-p

    Japanese language [..]

    It is forty years since I began studying Japanese.

    Έχουν περάσει σαράντα χρόνια από τότε που ξεκίνησα να μαθαίνω ιαπωνικά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Ιαπωνικά
    • Ιαπωνίδα
    • γιαπωνέζικος
    • Ιαπωνικός
    • Γιαπωνέζος
    • ιαπωνέζικος
    • Γιαπωνέζα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Japanese " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

japanese
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιαπωνική γλώσσα

    He's very much interested in the Japanese language.

    Αυτός ενδιαφέρεται πολύ για την ιαπωνική γλώσσα.

  • ιάπωνας

    His father is Japanese.

    Ο πατέρας του είναι Ιάπωνας.

Εικόνες με "Japanese"

Φράσεις παρόμοιες με "Japanese" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Japanese" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη