Μετάφραση του "Jew" σε Ελληνικά
Οι Εβραίος, Ισραηλίτης, Εβραία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Jew" σε Ελληνικά.
An adherent of Judaism. [..]
-
Εβραίος
noun proper masculineperson of the Jewish faith [..]
-
Ισραηλίτης
noun proper masculineperson of the Jewish faith [..]
-
Εβραία
noun feminineperson of the Jewish faith [..]
Do you realise if I married a non-Jew I couldn't go to rabbinical school?
Αντιλαμβάνεσαι ότι αν παντρευτώ μία μη Εβραία, δε θα μπορώ να πάω στη σχολή ραβίνων;
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- Ισραηλίτισσα
- απατώ
- κοροϊδεύω
- Ιουδαίος
- εβραίος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Jew " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
(offensive) To bargain, to attempt to gain an unfair price in a business deal; to defraud. [..]
"jew" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το jew στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Εικόνες με "Jew"
Φράσεις παρόμοιες με "Jew" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αντισημιτισμός
-
Θεϊμανίτες Εβραίοι · Υεμένιοι Εβραίοι
-
Κοχινίτες Εβραίοι
-
ανεκτίμητος · πολύτιμος
-
Μιζραχίτες Εβραίοι
-
Χασιδιστής Εβραίος
-
μικρή λύρα
-
Σεφαρδίτες