Μετάφραση του "Justified" σε Ελληνικά
Το δικαιολογημένος είναι η μετάφραση του "Justified" σε Ελληνικά.
justified
adjective
verb
γραμματική
Having a justification. [..]
-
δικαιολογημένος
adjectiveIt discriminates indirectly on grounds of nationality and is not objectively justified.
Εισάγει έμμεση δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγενείας και δεν είναι αντικειμενικά δικαιολογημένος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Justified " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Justified" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δικαιολογημένα
-
δικαιολογημένος · εύλογος
-
αιτιολογώ · δικαιολογώ · δικαιολογώ, επαληθεύω · δικαιώνω · εξηγώ · ευθυγραμμίζω · πλήρης στοίχιση · στοίχιση · στοιχίζω · συγχωρώ
-
συνήγορος · υπερασπιστής
-
ο σκοπός αγιάζει τα μέσα
-
δικαιολογώ
-
στοιχισμένο κείμενο
-
αιτιολογώ · δικαιολογώ · δικαιολογώ, επαληθεύω · δικαιώνω · εξηγώ · ευθυγραμμίζω · πλήρης στοίχιση · στοίχιση · στοιχίζω · συγχωρώ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη