Μετάφραση του "Kazakh" σε Ελληνικά

Οι Καζαχστανικά, καζακικά, Καζάκος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Kazakh" σε Ελληνικά.

Kazakh adjective noun proper γραμματική

A person from Kazakhstan or of Kazakh descent. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Καζαχστανικά

  • καζακικά

    noun n-p

    language

    His response triggered mass ridicule from fluent Kazakh speakers on social media.

    Η απάντησή του προκάλεσε μαζικά γέλια από όσους μιλούν άπταιστα καζακικά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

  • Καζάκος

    proper masculine

    a person of Kazakh descent

    Her grandfather, a Kazakh intellectual and a former minister in the Soviet government of Central Asia, had been shot as an enemy of the people.

    Ο παππούς της, ένας Καζάκος διανοούμενος και πρώην υπουργός στη σοβιετική κυβέρνηση της Κεντρικής Ασίας, είχε τουφεκιστεί ως εχθρός του λαού.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • καζακικός
    • Καζάκα
    • Κοζάκος
    • Κοζάκικα
    • καζαχστανικά
    • κοζάκικα
    • κοζάκικη
    • κοζάκικος
    • Καζακστάν
    • Καζαχστάν
    • καζακική
    • καζάκικη
    • καζάκικος
    • Δημοκρατία του Καζακστάν
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Kazakh " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Kazakh" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη