Μετάφραση του "Labour" σε Ελληνικά

Οι Εργασία, εργασία, δουλειά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Labour" σε Ελληνικά.

Labour proper noun

Short for the Labour Party. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Εργασία

    Transatlantic Labour Dialog (TALD) should become involved in the second stage negotiations

    Ο Διατλαντικός Διάλογος για την Εργασία (TALD) πρέπει να συμμετάσχει στο δεύτερο γύρο των διαπραγματεύσεων

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Labour " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

labour verb noun γραμματική

Effort expended on a particular task; toil, work. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εργασία

    noun feminine

    work [..]

    And without their free labour, prices on such items would have gone up tenfold.

    Χωρίς τη φτηνή εργασία τους, οι τιμές θα πήγαιναν στα ύψη.

  • δουλειά

    noun feminine

    work

    I don't mind hard labour, but can't we talk like human beings?

    Δε με πειράζει η δουλειά, μα γίνε άνθρωπος!

  • μόχθος

    noun masculine

    hard work

    That wrestling back and forth and the labouring of the world spirit like a woman in childbirth.

    Αυτή η πάλη μέσα μας και ο μόχθος του κόσμου του πνεύματος... σαν τη γυναίκα που γεννάει.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μοχθώ
    • κόπος
    • τοκετός
    • εργάζομαι
    • δουλεύω
    • εργατικοί
    • άθλος
    • κοπιάζω
    • ωδίνες τοκετού
    • έργο
    • αγγαρεία
    • γέννα
    • εργατικό δυναμικό
    • εργατικό κόμμα
    • εργατικά
    • εργατοδυναμικό
    • εργατιά
    • κάματος
    • κοιλοπόνημα
    • προλεταριάτο
    • εργαζόμενοι
    • εργατική τάξη

Φράσεις παρόμοιες με "Labour" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Labour" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη