Μετάφραση του "Ladder" σε Ελληνικά

Οι Κλιμακωτός, σκάλα, σκάλα, κλίμακα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Ladder" σε Ελληνικά.

Ladder
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κλιμακωτός, σκάλα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Ladder " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

ladder verb noun γραμματική

A frame usually portable, of wood, metal, or rope, for ascent and descent, consisting of two side pieces to which are fastened cross strips or rounds forming steps. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σκάλα

    noun feminine

    climbing tool [..]

    Please hold this ladder steady.

    Κράτα σε παρακαλώ σταθερή αυτήν τη σκάλα.

  • κλίμακα

    noun feminine

    something that resembles this tool [..]

    The higher up we climb the management ladder, the fewer women we find there.

    Όσο ψηλότερα ανεβαίνουμε στη διοικητική κλίμακα, τόσο λιγότερες γυναίκες βλέπουμε εκεί.

  • πόντος

    ουσιαστικό masculine

    length of unravelled fabric in a knitted garment [..]

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ανεμόσκαλα
    • αναβάθρα
    • Ανεμόσκαλα
    • ξέφτι

Εικόνες με "Ladder"

Φράσεις παρόμοιες με "Ladder" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Ladder" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη