Μετάφραση του "Late" σε Ελληνικά

Οι Καθυστερημένος, τελευταίος, αργά, μακαρίτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Late" σε Ελληνικά.

Late
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Καθυστερημένος, τελευταίος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Late " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

late adjective noun adverb γραμματική

(dialectal or obsolete) Manner; behaviour; outward appearance or aspect. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αργά

    adverb

    proximate in time [..]

    Better late than never.

    Κάλλιο αργά παρά ποτέ.

  • μακαρίτης

    adjective masculine

    euphemism for dead

    Another late, not-so-great Sardinian.

    Άλλoς έvας μακαρίτης, όχι τόσo σπoυδαίoς, απ'τη Σαρδηvία.

  • αργοπορημένος

    masculine

    not arriving until after an expected time [..]

    He walks in like he's late, but he's not.

    Μπαίνει μέσα σαν να είναι αργοπορημένος, αλλά δεν είναι.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πρώην
    • τελευταίος
    • πρόσφατος
    • καθυστερημένος
    • προηγούμενος
    • αργός
    • late
    • με καθυστέρηση
    • υστερο-
    • όψιμος
    • ύστερος
    • εκλιπών
    • αποθανών
    • συγχωρεμένος
    • αείμνηστος
    • άλλοτε
    • αρτιθανής
    • Θεός σχωρέσ' τον
    • γύρω στα [+αριθμός]
    • παλιά
    • που έχει τώρα πεθάνει

Φράσεις παρόμοιες με "Late" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • στο τέλος τής ζωής [+Γεν.]
  • Ύστερη Αρχαιότητα
  • σύνδεση με καθυστέρηση
  • νεωστί · πρόσφατα
  • έρχομαι, πηγαίνω καθυστερημένος · αργώ · καθυστερώ · φτάνω καθυστερημένος
  • η ώρα είναι προχωρημένη, περασμένη
  • αργοπορημένος
  • ύστατη ημερομηνία λήξης
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Late" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη