Μετάφραση του "Lateral" σε Ελληνικά
Οι Πλευρικός, εγκάρσιος, πλάγιος, πλευρικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Lateral" σε Ελληνικά.
-
Πλευρικός, εγκάρσιος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Lateral " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
To the side; of or pertaining to the side. [..]
-
πλάγιος
adjectiveYes, the victim is missing a maxillary lateral incisor.
Ναι, λείπει ένας άνω πλάγιος κοπτήρας από το θύμα.
-
πλευρικός
adjective masculineThe needle has a lateral hole that transmits pressure to the manometer.
Η βελόνη διαθέτει πλευρική οπή, μέσω της οποίας μεταδίδεται η πίεση στο μανόμετρο.
-
κλαδί
noun neuterAs highlighted in the document, Italy started to reorganise its sector only later, during the 1980s and 1990s.
Όπως φαίνεται από το ίδιο το έγγραφο, η Ιταλία δρομολόγησε την αναδιοργάνωση του κλάδου αργότερα, κατά τη δεκαετία του ‘80 και του ‘90.
-
εγκάρσιος
Longitudinal, lateral and directional stability (active and passive).
Διαμήκης, εγκάρσιος χειρισμός και χειρισμός πορείας (ενεργητικός και παθητικός).
Φράσεις παρόμοιες με "Lateral" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Όχι αργότερα / μικρότερο από
-
γεια · γεια χαρά · θα τα πούμε · τα λέμε
-
δημιουργική σκέψη
-
πλευρική επιφάνεια
-
Εγκάρσιο IGBT
-
κυριαρχία χεριού
-
πλευρική γραμμή ψαριού
-
Όχι αργότερα / μικρότερο από