Μετάφραση του "Latin" σε Ελληνικά

Οι λατινικά, λατινικός, λατινική γλώσσα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Latin" σε Ελληνικά.

Latin adjective noun proper γραμματική

Of or relating to the language spoken in ancient Rome. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λατινικά

    proper noun neuter n-p

    language of the ancient Romans [..]

    Greek and Latin are useful languages. That's why I study them.

    Τα Ελληνικά και τα Λατινικά είναι χρήσιμες γλώσσες, για αυτό τα μαθαίνω.

  • λατινικός

    adjective masculine

    The Latin expression ‘contra legem’ literally means ‘against the law’.

    Ο λατινικός όρος «contra legem» σημαίνει κατά κυριολεξία «αντίθετα προς τον νόμο».

  • λατινική γλώσσα

    feminine

    However, the average consumer is not familiar with the Latin language or the zoological term ‘scomber’.

    Εντούτοις, ούτε η λατινική γλώσσα ούτε ο όρος της ζωολογίας «scomber» είναι οικεία στον μέσο καταναλωτή.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Λατινικά
    • Λατινική γλώσσα
    • Λατινικός
    • Λάτιν
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Latin " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

latin

alternative capitalization of Latin

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λατινική γλώσσα

    feminine

    However, the average consumer is not familiar with the Latin language or the zoological term ‘scomber’.

    Εντούτοις, ούτε η λατινική γλώσσα ούτε ο όρος της ζωολογίας «scomber» είναι οικεία στον μέσο καταναλωτή.

Φράσεις παρόμοιες με "Latin" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Latin" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη