Μετάφραση του "Launch" σε Ελληνικά

Οι Έναρξη, εκκίνηση , εισαγωγή, εκτόξευση, άκατος, λανσάρω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Launch" σε Ελληνικά.

Launch
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Έναρξη, εκκίνηση , εισαγωγή, εκτόξευση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Launch " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

launch verb noun γραμματική

(transitive) To throw, as a lance or dart; to hurl; to let fly; to take off, propel with force [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άκατος

    noun feminine

    A boat used to convey guests to and from a yaucht [..]

    I've ordered a launch to take me ashore at first light.

    Έδωσα εντολή μια άκατος να με βγάλει στην ακτή με το πρώτο φως.

  • λανσάρω

    verb

    This summer I'm launching a new eau de toilette.

    Αυτό το καλοκαίρι θα λανσάρω ένα καινούργιο άρωμα.

  • εξαπολύω

    Verb

    We must not allow this ship to launch an attack.

    Δεν πρέπει να επιτρέψουμε σε αυτό το σκάφος να εξαπολύσει επίθεση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ρίχνω
    • λάντσα
    • έναρξη
    • εκτόξευση
    • αρχίζω
    • εκκίνηση
    • ρίχνω άκατο στη θάλασσα
    • δημιουργώ
    • εκτοξεύω
    • προωθώ
    • πλοιάριο
    • εδραιώνω
    • αποδύομαι
    • εγκαινιάζω
    • εκσφενδονίζω
    • καθελκύω
    • εγκαθιστώ
    • προάγω

Φράσεις παρόμοιες με "Launch" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Launch" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη