Μετάφραση του "Legal" σε Ελληνικά
Οι Νόμιμος, νομικός, νόμιμος, νομικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Legal" σε Ελληνικά.
A town in Alberta, Canada
-
Νόμιμος, νομικός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Legal " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
(Said of a young man or woman) Above the age of consent. (slang) [..]
-
νόμιμος
adjective masculinesomething which is allowed or prescribed by law
Are fireworks legal in Australia?
Είναι νόμιμα τα πυροτεχνήματα στην Αυστραλία;
-
νομικός
adjective masculinehaving its basis in the law [..]
It will establish a legal framework comprising a mechanism allowing an evolution .
Θα καθορίσει ένα νομικό πλαίσιο το οποίο θα περιλαμβάνει μηχανισμό που θα του επιτρέπει να μετεξελίσσεται.
-
σύμφωνος
AdjectiveThese measures shall comply with international standards and national legal requirements.
Τα μέτρα αυτά είναι σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα και τις εθνικές νομικές απαιτήσεις.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- θεμιτός
- νομικος
Φράσεις παρόμοιες με "Legal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
νόμιμη εκπροσώπηση
-
νομικό θέμα
-
νομική βάση
-
νομικό πρόσωπο
-
δικαιοπρακτική ικανότητα
-
νομικό κώλυμα