Μετάφραση του "Length" σε Ελληνικά

Οι Μήκος, μήκος, μάκρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Length" σε Ελληνικά.

Length
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μήκος

    Length and registered net tonnage of vessel:

    Μήκος και κόροι καθαρής χωρητικότητας του σκάφους:

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Length " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

length verb noun γραμματική

The measurement of distance along the longest dimension of an object. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μήκος

    noun neuter

    distance from end to end [..]

    There must be effective market surveillance along the entire length of the Union’s external borders.

    Πρέπει να υπάρχει αποτελεσματική εποπτεία της αγοράς σε όλο το μήκος των εξωτερικών συνόρων της Ένωσης.

  • μάκρος

    noun

    The length of time that one goes far into the future.

    Το μάκρος του Χρόνου όπου κάποιος πηγαίνει βαθιά στο μέλλον.

  • διάρκεια

    noun feminine

    The distance or period of time between a specified start point and a specified end point. For example, the length of an audio or video clip is usually measured in minutes and seconds.

    The maximum length of a programme is two years.

    Η διάρκεια του προγράμματος είναι δύο έτη κατ ́ανώτατο όριο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • απόσταση
    • ανάπτυγμα
    • ανισομήκης

Φράσεις παρόμοιες με "Length" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Length" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη