Μετάφραση του "Level" σε Ελληνικά
Οι Γνώμων, Επίπεδο, στάθμη, επίπεδο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Level" σε Ελληνικά.
-
Γνώμων
properPilot projects and early implementation at regional level have shown the way.
Γνώμονα απετέλεσαν πιλοτικά έργα και η έγκαιρη εφαρμογή σε περιφερειακό επίπεδο.
-
Επίπεδο, στάθμη
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Level " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
The same height at all places; parallel to a flat ground. [..]
-
επίπεδο
adjective noun neuterdegree or amount [..]
His mental level is higher than the average boy's.
Το νοητικό του επίπεδο είναι υψηλότερο απ'το μέσο αγόρι.
-
στάθμη
noun femininedistance relative to a given reference elevation [..]
Accurately adjust the level to the upper rim of the side tube.
Ευθυγραμμίζεται επακριβώς η στάθμη με το άνω χείλος του πλευρικού σωλήνα.
-
όροφος
noun masculineA level, usually consisting of several rooms, in a building that consists of several levels.
The first level houses a section illustrating the turbulent history of Belgrade and the tower itself
Ο πρώτος όροφος φιλοξενεί ένα τμήμα που δείχνει την ταραχώδη ιστορία του Βελιγραδίου και του ιδίου του πύργου
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αλφάδι
- επίπεδος
- νηφάλιος
- ισεπίπεδος
- ισοϋψής
- ισοπεδώνω
- βαθμός
- πάτωμα
- πίστα
- αλφαδιά
- αλφαδιάζω
- φρόνιμος
- ευθύς
- ύψος
- οριζόντιος
- σταθερός
- ισόπεδος
- διατυπώνω
- εξουδετερώνω
- κατευθύνω
- κατεδαφίζω
- σημαδεύω
- γκρεμίζω
- εκτοξεύω
- στρέφω
- σκοπεύω
- απευθύνω (κατηγορία)
- εκτοξεύω (κατηγορία)
- εξομοιώνω
- ισοπεδώνω (νικώ κπ)
- ισόπεδη επιφάνεια
- οριζόντια επιφάνεια
- ρίχνω κάτω
"LeveL" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το LeveL στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Εικόνες με "Level"
Φράσεις παρόμοιες με "Level" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
υψηλόβαθμος
-
Στάθμη αντιληπτού θορύβου
-
υψηλή στάθμη , υψηλού επιπέδου
-
βάζω τα δυνατά μου · κάνω ό,τι (καλύτερο) μπορώ
-
επίπεδο προνομίων περιβάλλοντος χρήστη
-
Πρόσβαση χαμηλού επιπέδου
-
υπο-επαρχιακή διαίρεση
-
Φωσφορυλίωση επιπέδου υποστρώματος