Μετάφραση του "Lexicon" σε Ελληνικά

Οι Λεξικό, λεξικό, λεξιλόγιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Lexicon" σε Ελληνικά.

Lexicon
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Λεξικό

    Try to solve the riddle of the Lexicon before we wander off in search of its door.

    Προσπάθησε να λύσεις το αίνιγμα του Λεξικό πριν χαθούμε στην αναζήτηση της πύλης του.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Lexicon " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

lexicon noun γραμματική

(linguistics) A dictionary that includes or focuses on lexemes. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λεξικό

    noun neuter

    (rare) any dictionary [..]

    I am a representative of a civilized planet, and I demand that you mind your lexicon!

    Εκπροσωπώ έναν πολιτισμένο πλανήτη, και απαιτώ να ακολουθήσεις το λεξικό μας!

  • λεξιλόγιο

    noun neuter

    vocabulary used by an individual [..]

    Using fragments of the monk's papers, I have painstakingly created this lexicon.

    Με τμήματα από τα χαρτιά του μοναχού έφτιαξα με κόπο αυτό το λεξιλόγιο.

  • λημματολόγιο

    noun neuter

    dictionary of lexemes

Φράσεις παρόμοιες με "Lexicon" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Lexicon" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη