Μετάφραση του "Liability" σε Ελληνικά

Οι Ευθύνη, ευθύνη, υποχρέωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Liability" σε Ελληνικά.

Liability
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ευθύνη

    Liability in respect of other articles

    Ευθύνη σε σχέση με άλλα αντικείμενα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Liability " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

liability noun γραμματική

the condition of being liable [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ευθύνη

    noun feminine

    Subjection to a legal obligation. Liability is civil or criminal according to whether it is enforced by the civil or criminal courts.

    The contractual liability of the Agency shall be governed by the law applicable to the contract in question.

    Η συμβατική ευθύνη του Οργανισμού διέπεται από το δίκαιο που εφαρμόζεται στην οικεία σύμβαση.

  • υποχρέωση

    noun feminine

    The financial sector continued its deleveraging, in spite of rising liabilities.

    Η απομόχλευση του χρηματοοικονομικού τομέα συνεχίστηκε, παρά την αύξηση των υποχρεώσεων.

  • παθητικό

    noun

    The rental obligations, net of finance charges, are included as liabilities.

    Οι υποχρεώσεις μίσθωσης, μείον το κόστος χρηματοδότησης, περιλαμβάνονται στο παθητικό.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βάρος
    • μειονέκτημα
    • επιβάρυνση
    • υπαιτιότητα
    • ενοχή
    • αστική ευθύνη
    • Χρέος
    • οικονομική δέσμευση

Φράσεις παρόμοιες με "Liability" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Liability" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη