Μετάφραση του "Line" σε Ελληνικά

Οι Γραμμή, γραμμή, ουρά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Line" σε Ελληνικά.

Line

Line (mathematics)

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Γραμμή

    Draw a line here.

    Τράβα μια γραμμή εδώ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Line " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

line verb noun γραμματική

A path through two or more points (compare ‘segment’); a continuous mark, including as made by a pen; any path, curved or straight. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γραμμή

    noun feminine

    geometry: infinite one-dimensional figure [..]

    Draw a line here.

    Τράβα μια γραμμή εδώ.

  • ουρά

    noun feminine

    straight sequence of people, queue [..]

    When I was in the grocery store, waiting in line.

    'Οταν ήμουν για ψώνια και περίμενα στην ουρά.

  • σειρά

    noun feminine

    Almost time to line up for the block.

    Σχεδόν έφτασε η ώρα να πάρετε σειρά για τη θανατική σας καταδίκη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • στίχος
    • αράδα
    • σπάγκος
    • μελωδία
    • ευθεία
    • σχοινί
    • σπάγγος
    • είδος
    • επιχειρηματολογία
    • επάγγελμα
    • δουλειά
    • ρυτίδα
    • Γραμμή
    • ατάκα
    • κάβος
    • πρυμάτσα
    • παροχή
    • αγωγός
    • γραμμικός
    • σωλήνας
    • σκοπός
    • εργασία
    • σχεδιάζω
    • κανάλι
    • διαδικασία
    • επενδύω
    • κορδόνι
    • πεζικό
    • διαγραμμίζω
    • ισημερινός
    • ιχνογραφώ
    • σκιτσάρω
    • φοδράρω
    • καταγωγή
    • απασχόληση
    • αλυσίδα συναρμολόγησης
    • γραμμή μεταφοράς
    • εμπορικός οργανισμός μεταφοράς
    • κάβος, καραβόσκοινο, παλαμάρι
    • πρόγονοι
    • σιδηροδρομική γραμμή

Εικόνες με "Line"

Φράσεις παρόμοιες με "Line" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Line" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη