Μετάφραση του "Liquid" σε Ελληνικά
Οι Υγρό, ρευστό, υγρό, υγρός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Liquid" σε Ελληνικά.
-
Υγρό, ρευστό
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Liquid " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
(physics) A substance that is flowing, and keeping no shape, such as water; a substance of which the molecules, while not tending to separate from one another like those of a gas, readily change their relative position, and which therefore retains no definite shape, except that determined by the containing receptacle; an inelastic fluid. [..]
-
υγρό
noun neutersubstance that is liquid [..]
Decant the liquid through the weighed filter crucible.
Αποχύνεται το υγρό μέσω του προζυγισθέντος χωνευτηρίου διηθήσεως.
-
υγρός
adjective masculinefluid; not solid and not gaseous
So below the ice, there's an ocean of liquid around the whole moon.
Οπότε κάτω από το πάγο, υπάρχει ένας υγρός ωκεανός γύρω από ολόκληρο το φεγγάρι.
-
ρευστός
adjective masculineπου ρέει
Remove the surrounding solid fat and the connective tissue and grind to a liquid paste in a blender.
Το πάγκρεας απαλλάσσεται από το στερεό λίπος και τον συνδετικό ιστό που το περιβάλλουν και αλέθεται σε μικροτεμαχιστή με λεπίδες μέχρι να ληφθεί ρευστός πολτός.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- χρηματικός
- ρευστό
- Υγρό
Εικόνες με "Liquid"
Φράσεις παρόμοιες με "Liquid" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
υγρό πιάτων
-
υγρόψυκτη λυχνία
-
σωματικό υγρό
-
Υγρός κρύσταλλος MOS
-
είδος βαζελίνης
-
υγρή κοπριά (υγρό λίπασμα)
-
υγρά καύσιμα
-
αποπληρώνω · αφανίζω · διαλύω · εκκαθαρίζω · εξοφλώ · καθαρίζω · ξεπαστρεύω · ξεπληρώνω · ρευστοποιώ