Μετάφραση του "Lock" σε Ελληνικά
Οι Κλειδώνω, κλειδαριά, κλειδώνω, κλειδαριά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Lock" σε Ελληνικά.
Lock
proper
A surname. [..]
-
Κλειδώνω, κλειδαριά
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Lock " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
lock
verb
noun
γραμματική
Something used for fastening, which can only be opened with a key or combination. [..]
-
κλειδώνω
verbto fasten with a lock [..]
I always lock my room.
Πάντοτε κλειδώνω το δωμάτιό μου.
-
κλειδαριά
noun femininesomething used for fastening
Give me the key to this lock!
Δώσε μου το κλειδί για αυτή τη κλειδαριά!
-
μπούκλα
noun femininelength of hair
I'll just take a lock of your hair to remember you by.
Θα πάρω μια μπούκλα σου να σε θυμάμαι.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- υδατοφράκτης
- λουκέτο
- υδροφράκτης
- κλείδωμα
- κλειδί παλαιστή
- λαβή παλαιστή
- τούφα
- παγιδεύω
- κλειδωνιά
- σύρτης
- σφιχταγκαλιάζω
- απασχολώ
- πύλη ελέγχου ροής
- πύλη καναλιού
Εικόνες με "Lock"
Φράσεις παρόμοιες με "Lock" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Μονίμως κλειδωμένος
-
κλείδωμα συσκευής
-
Ενισχυτής"κλειδώματος"
-
λοκ άουτ
-
ασφαλιστικό περικόχλιο
-
Σύστημα αντιμπλοκαρίσματος φρένων
-
πλήκτρο κλειδώματος κεφαλαίων
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη