Μετάφραση του "Lord" σε Ελληνικά

Οι Κύριος, λόρδος, Θεός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Lord" σε Ελληνικά.

Lord noun interjection proper γραμματική

(used absolutely in monotheism: the Lord) God [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κύριος

    proper noun masculine

    God [..]

    I was listening to the Lord's message on this little box you gave me.

    Άκουγα το λόγο του Κυρίου σε αυτό το κουτάκι που μου έδωσες.

  • λόρδος

    proper masculine

    British aristocratic title

  • Θεός

    proper masculine

    The Superior Being, the Creator, the Spirit because of which and in whom everything is, as He is being named by monotheists, mostly Jews and Christians.

  • θεός

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Lord " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

lord verb noun γραμματική

(obsolete) The master of a household. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λόρδος

    noun masculine

    aristocrat [..]

  • άρχοντας

    noun masculine

    aristocrat [..]

    Same old life, last of the Time Lords.

    Μια μοναχική ζωή, ο τελευταίος Άρχοντας του Χρόνου.

  • αφέντης

    noun masculine

    ruler, one having mastery over others [..]

    The truth is my master is no longer fit to lead the forces of the System Lords

    Η αλήθεια είναι ότι ο αφέντης μου δεν είναι πλέον κατάλληλος να ηγείται τις δυνάμεις των Αρχόντων του Συστήματος

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δεσπότης
    • κύριος
    • ευγενής
    • πυργοδεσπότης
    • θεός
    • ηγεμόνας
LORD proper

(Biblical) typographical variant of Lord in some Bible translations [..]

+ Προσθήκη

"LORD" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το LORD στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "Lord" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών
  • η Κυριακή προσευχή · το «Πάτερ Ημών»
  • διαφεντεύω
  • ηγεμόνας
  • κάνω τον αφέντη · καυχιεμαι, ουσιαστικα ... κοκορευομαι ... to act in a way that shows one thinks is better or more important than someone ... υπερηφανευομαι · κυριαρχώ
  • Μέγας είσαι Κύριε
  • Μυστικός Δείπνος · θεία μετάληψη
  • Τρέισι Λορντς
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Lord" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη