Μετάφραση του "Lot" σε Ελληνικά

Οι Λωτ, Παρτίδα, τύχη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Lot" σε Ελληνικά.

Lot proper noun

(Biblical) A nephew of Abraham. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Λωτ

    masculine

    nephew of Abraham

    Lot and his daughters flee to the mountains, never to see Abraham again.

    Ο Λωτ και οι κόρες του φύγανε στα βουνά, δεν ξαναείδαν τον Αβραάμ ποτέ.

  • Παρτίδα

    Each tender may relate to only one lot.

    Κάθε προσφορά δεν μπορεί ν' αναφέρεται παρά μόνο σε μία παρτίδα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Lot " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

lot verb noun γραμματική

A large quantity or number; a great deal. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τύχη

    noun feminine

    Lucky for you, I got a lot of experience dealing with this kinda thing.

    Και για καλή σου τύχη, έχω μπόλικη εμπειρία με τέτοια θέματα.

  • κλήρος

    noun

    They chose badly, and as a result, old age and death have been the lot of all humans.

    Εκείνοι έκαναν κακή επιλογή και, ως αποτέλεσμα, ο κλήρος όλων των ανθρώπων είναι να γερνούν και να πεθαίνουν.

  • μοίρα

    noun feminine

    Their lot is indeed a hard one, but it is a hard world.

    Η μοίρα τους είναι πράγματι σκληρή, αλλά ζούμε σε έναν σκληρό κόσμο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πολύς
    • παρτίδα
    • παρέα
    • πεπρωμένο
    • μερίδιο
    • πολύ
    • οικόπεδο
    • φουρνιά
    • άτομο
    • μοιράζω
    • κισμέτ
    • διανέμω
    • περίσταση

Εικόνες με "Lot"

Φράσεις παρόμοιες με "Lot" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Lot" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη