Μετάφραση του "Major" σε Ελληνικά
Οι Ταγματάρχης, Κύριος, μείζων, ταγματάρχης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Major" σε Ελληνικά.
An army officer title in most countries [..]
-
Ταγματάρχης
The Major sent you a fax the day before he died.
Ο Ταγματάρχης σου έστειλε ένα φαξ μια μέρα πριν πεθάνει.
-
Κύριος, μείζων
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Major " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
a military rank between captain and lieutenant colonel [..]
-
ταγματάρχης
noun masculinemilitary rank
That major in 4G became pretty violent around 4:00 p.m.
Ο ταγματάρχης του 4G έγινε βίαιος στις 4 μ.μ.
-
μεγάλος
adjective masculinegreater in number, quantity, or extent [..]
Last one in the pool is a major weenie.
Ο τελευταίος που θα πέσει στην πισίνα θα είναι μεγάλος ξεφτίλας!
-
μείζων
adjectiveμεγαλύτερος, σημαντικότερος [..]
Implementing an accounting and financial framework which is both consistent and rigorous is, however, a major operation.
Η εφαρμογή ενός συνεκτικού και αυστηρού λογιστικού και δημοσιονομικού σχεδίου αποτελεί ωστόσο ένα σχέδιο μεγάλης κλίμακας.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- επισμηναγός
- ειδικότητα
- ειδικευόμενος
- ενήλικας
- σπουδαίος
- κύριος
- μεγαλύτερος
- μείζονα
- σοβαρός
- Ταγματάρχης
- κυριότερος
- κεντρικός
- ματζόρε
- επίλαρχος
- κορυφαίο
- σπουδαιότερος
- παταγώδης
- κλάδος σπουδών
- κύριος τομέας
- μεγάλη
- μεγάλης κλίμακας
- μεγάλο
- ολκής
Φράσεις παρόμοιες με "Major" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Μεγάλη Άρκτος
-
φέρω το κύριο βάρος [+Γεν.]
-
κύρια έκδοση
-
τρίτη μεγάλη
-
απόλυτη πλειοψηφία
-
κεντρικά σημεία · σημαντικά κέντρα
-
σιωπηλή πλειοψηφία · σιωπηρή πλειοψηφία
-
η πλειονότητα τών (+Γεν.) · η πλειοψηφία [+Γεν.] · κατά πλειονότητα · ο μεγαλύτερος αριθμός [+Γεν.] · στην πλειονότητά τους · το μεγαλύτερο ποσοστό [+Γεν.] · ως επί το πλείστον