Μετάφραση του "Male" σε Ελληνικά

Οι Αρσενικός, Μάλε, αρσενικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Male" σε Ελληνικά.

Male noun

ISO 639-6 entity [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αρσενικός

    Male shorthead sea horse giving birth

    Αρσενικός «Hippocampus breviceps» καθώς γεννάει

  • Μάλε

    noun

    Everything I wrote about Male happened to at least one of the boys.

    Ό, τι έγραψα για τον Μάλε έγινε σε τουλάχιστον ένα από τ'αγόρια.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Male " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

male adjective noun γραμματική

Belonging to the sex which is generally characterized as having the smaller gametes (for species which have two sexes and for which this distinction can be made) which fertilize the female-produced eggs [from 14th c.] [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρσενικός

    adjective noun masculine

    plant of masculine sex [..]

    This building was my male parent, and everything male in my childhood I picked up right here.

    Το κτήριο αυτό ήταν ο αρσενικός γονιός μου και οτιδήποτε αρρενωπό πάνω μου, το απέκτησα εκεί.

  • αρσενικό

    noun neuter

    A stallion is a male horse.

    Ένας επιβήτορας είναι ένα αρσενικό άλογο.

  • άνδρας

    noun masculine

    πρόσωπο που είναι άνδρας (χρήση με το Property:P21 για το φύλο)

    We believe he's a male caucasian, driving an unregistered gypsy cab.

    Πιστεύουμε πως είναι λευκός άνδρας, που οδηγεί ένα παράνομο ταξί.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • άρρενας
    • ανδρικός
    • άρρεν
    • ζώο
    • άρρην

Εικόνες με "Male"

Φράσεις παρόμοιες με "Male" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Male" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη