Μετάφραση του "Man" σε Ελληνικά

Οι άνθρωπος, άνθρωπος, άνδρας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Man" σε Ελληνικά.

Man proper noun

The genus Homo. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άνθρωπος

    proper masculine

    genus Homo [..]

    He's a man who doesn't speak with anybody.

    Είναι ένας άνθρωπος, που δε μιλάει με κανέναν.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Man " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

man verb noun interjection γραμματική

(collective) All humans collectively; mankind, humankind. Also Man. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άνθρωπος

    noun masculine

    human [..]

    He's a man who doesn't speak with anybody.

    Είναι ένας άνθρωπος, που δε μιλάει με κανέναν.

  • άνδρας

    noun masculine

    adult male human [..]

    The man is young.

    Ο άνδρας είναι νέος.

  • άντρας

    noun masculine

    You are a woman and I am a man.

    Εσείς είστε μια γυναίκα και εγώ είμαι ένας άντρας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πιόνι
    • επανδρώνω
    • πούλι
    • ανθρωπότητα
    • ενισχύω
    • κόσμος
    • υπερασπίζω
    • ανήρ
    • λευκός
    • μεροκαματιάρης
    • κομμάτι
    • μισθωτός
    • ανθρώπινο γένος
    • ανθρώπινο πλάσμα
MAN abbreviation γραμματική

Metropolitan Area Network; a large computer network usually spanning a city. [..]

+ Προσθήκη

"MAN" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το MAN στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "Man"

Φράσεις παρόμοιες με "Man" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Man" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη