Μετάφραση του "Mature" σε Ελληνικά

Οι Ενήλικες, ώριμος, ωριμάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Mature" σε Ελληνικά.

Mature

A game rating symbol developed by the Office of Film and Literature Classification (OFLC).

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ενήλικες

    A game rating symbol developed by the Office of Film and Literature Classification (OFLC).

    We're mature adults who happen to be friends.

    Είμαστε ώριμοι ενήλικες που τυχαίνει να είμαστε φίλοι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Mature " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

mature adjective verb γραμματική

Fully developed; grown up in terms of physical appearance, behaviour or thinking; ripe. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ώριμος

    adjective masculine

    That includes progressing as a mature and effective minister of the good news.

    Αυτό περιλαμβάνει το να προοδεύει κάποιος ως ώριμος και αποτελεσματικός διάκονος των καλών νέων.

  • ωριμάζω

    verb

    Well, I like to think of myself as a fine wine maturing with each passing year.

    Θα ήθελα να ωριμάζω σαν το καλό κρασί, κάθε χρόνο που περνάει.

  • λήγω

    verb

    We have a fixed deposit in the bank, which matures in January.

    Έχουμε μια προθεσμιακή κατάθεση στην τράπεζα, η οποία λήγει τον Ιανουάριο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μεστώνω
    • μεγαλώνω
    • πυορροώ

Φράσεις παρόμοιες με "Mature" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Mature" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη