Μετάφραση του "Miss" σε Ελληνικά
Οι δεσποινίς, δεσποινίδα, Δδα. είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Miss" σε Ελληνικά.
Form of address for an unmarried woman. [..]
-
δεσποινίς
noun femininetitle
You addressed me as ' Miss ' as if you were from my time!
Με αποκάλεσες " δεσποινίς ", σαν να ήσουν από την εποχή μου!
-
δεσποινίδα
noun femininetitle
Well, Miss Misao doesn't like to lose, either.
Καλά, ούτε στη δεσποινίδα Μισάο αρέσει να υποκύπτει.
-
Δδα.
Miss Walker, our primary concern is to get that watch back and the intelligence on it.
Δδα Γουώλκερ, πρώτο μας μέλημα είναι να πάρουμε πίσω το ρολόι... και τις πληροφορίες που έχει σε αυτό.
-
Χάνω,αστοχώ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Miss " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
(transitive) To fail to hit. [..]
-
δεσποινίς
noun interjection feminineunmarried woman
It's the police on the telephone for you, miss.
Είναι η αστυνομία στο τηλέφωνο για σας, δεσποινίς.
-
αστοχώ
verbto fail to hit [..]
Come to think of it, I have been known to miss on occasion!
– Κατά περίσταση, αστοχώ καμιά φορά.
-
χάνω
verbto be late for something
I think that for every ball you miss, you should have to take an article of clothing off.
Νομίζω πως για κάθε χαμένη μπαλιά, θα πρέπει να βγάζεις απ ́ ένα ρούχο.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- νοσταλγώ
- αστοχία
- δεσποινίδα
- παραλείπω
- αποτυχία
- μου λείπει
- ποθώ
- αποτυγχάνω
- παράλειψη
- ξεχνάω
- κοπελιά
- αποθύμησα
- στερούμαι
- πεθυμώ
- αποτυχαίνω
- αποφεύγω
- αμελώ
- δυσαρεστούμαι
- ματμαζέλ
- προσπερνάω
- παραμελώ
- χρειάζομαι
- έχω έλλειψη
- δεν βλέπω
- δεν βρίσκω (τον στόχο)
- δεν κατορθώνω
- δεν πετυχαίνω
- δεν προλαβαίνω
- δεν προσέχω
- μου διαφεύγει
- τρώω
Φράσεις παρόμοιες με "Miss" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διαφεύγων, -ουσα, -ον · διαφυγών, -ούσα, -όν
-
χαμένη συνομιλία
-
αγνοείται η τύχη κάποιου · αγνοούμενος
-
γλίτωσαν παρά τρίχα
-
αστοχώ · δε βρίσκω το στόχο · δεν πετυχαίνω το στόχο
-
Μου λείπεις · μου λείπεις · σ' αποθύμησα
-
Ο λογαριασμός λείπει
-
άρπα κόλλα · κακήν κακώς · κι ό,τι βγει · στο άρπα κόλλα · ό,τι τύχει