Μετάφραση του "Modular" σε Ελληνικά

Οι αρθρωτός, δομοστοιχειωτό, δομοστοιχειωτή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Modular" σε Ελληνικά.

Modular
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρθρωτός

    Adjective

    This is a small modular reactor.

    Αυτός είναι ένας μικρός αρθρωτός αντιδραστήρας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Modular " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

modular adjective γραμματική

(chiefly mathematics) Of or relating to a module or modules. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δομοστοιχειωτό

    adjective neuter

    The model is modular and comprises loosely coupled service components 30 interconnected through shared infrastructure.

    Το μοντέλο είναι δομοστοιχειωτό και αποτελείται από χαλαρά συνδεδεμένες συνιστώσες υπηρεσιών 30 που διασυνδέονται μέσω κοινών υποδομών.

  • δομοστοιχειωτή

    adjective feminine

    Access to apprenticeship will be made easier through a modular approach to training and financial assistance for apprentices.

    Η πρόσβαση στη μαθητεία θα διευκολυνθεί από τη δομοστοιχειωτή προσέγγιση των υφιστάμενων καταρτίσεων και οικονομικών ενισχύσεων για τους μαθητευόμενους.

  • συναρμολογούμενος

    adjective masculine

    This modular freighter consists of detachable sections that can be rapidly loaded or unloaded.

    Αυτός ο συναρμολογούμενος μεταφορέας έχει αποσπώμενα τμήματα που μπορούν να φορτωθούν ή να ξεφορτωθούν ταχύτατα.

  • δομοστοιχειωτός

    adjective masculine

Φράσεις παρόμοιες με "Modular" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Modular" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη