Μετάφραση του "Molecular" σε Ελληνικά
Οι Μοριακός, μοριακός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Molecular" σε Ελληνικά.
Molecular
-
Μοριακός
Molecular and structural formula (including full details of any isomeric composition), molecular mass.
Μοριακός και συντακτικός τύπος (περιλαμβανομένων πλήρων λεπτομερειών τυχόν ισομερούς σύνθεσης), μοριακή μάζα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Molecular " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
molecular
adjective
noun
γραμματική
(chemistry) Relating to, or consisting of, or produced by molecules. [..]
-
μοριακός
adjective masculineGravitational molecular degeneration are decreasing but outside acceptable parameters.
Ο βαρυτικός και η μοριακός εκφυλισμός μειώνονται άλλα είναι έξω από τις αποδεκτές παραμέτρους.
Φράσεις παρόμοιες με "Molecular" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Μοριακό βάρος · βάρος
-
βάρος · μοριακό βάρος
-
μοριακός βιολόγος
-
μοριακή νανοτεχνολογία
-
Μοριακή Γενετική · μοριακή γενετική
-
Μοριακή βιολογία · μοριακή βιολογία
-
Μοριακή γεωμετρία
-
μοριακή ηλεκτρονική
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη