Μετάφραση του "Moor" σε Ελληνικά

Οι Μαυριτανός, χερσότοπος, χερσότοπος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Moor" σε Ελληνικά.

Moor noun γραμματική

(historical) A member of an ancient Berber people from Numidia. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μαυριτανός

    noun masculine

    a member of a this race that formerly occupied Spain [..]

    I will show you how a Moor can die.

    Θα σου δείξω πως ένας Μαυριτανός μπορεί να πεθάνει.

  • χερσότοπος

    noun

    This is a wild and windy moor.

    'γριος χερσότοπος ( moor ).

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Moor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

moor verb noun γραμματική

an extensive waste covered with patches of heath, and having a poor, light soil, but sometimes marshy, and abounding in peat; a heath [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χερσότοπος

    noun

    This is a wild and windy moor.

    'γριος χερσότοπος ( moor ).

  • αράζω

    verb
  • βάλτος

    noun masculine

    The moor's no place for a girl.

    Ο βάλτος δεν είναι τόπος για ένα κορίτσι.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • έλος
    • Βόλτος
    • ασφαλίζω
    • αγκυροβολώ
    • προσδένω

Εικόνες με "Moor"

Φράσεις παρόμοιες με "Moor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Moor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη