Μετάφραση του "Mosaic" σε Ελληνικά

Οι μωσαϊκός, μωσαϊκό, ψηφιδωτό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Mosaic" σε Ελληνικά.

Mosaic adjective noun

Of or relating to Moses or to the Torah (the Five Books of Moses); especially, relating to the laws given in the Torah. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μωσαϊκός

    The Mosaic Law benefited them in many ways.

    Ο Μωσαϊκός Νόμος τούς ωφελούσε με πολλούς τρόπους.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Mosaic " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

mosaic adjective noun γραμματική

A piece of artwork created by placing colored squares (usually tiles) in a pattern so as to create a picture. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μωσαϊκό

    noun neuter

    artwork [..]

    We live on a continent which is a cultural mosaic.

    Ζούμε σε μία ήπειρο που αποτελεί ένα πολιτιστικό μωσαϊκό.

  • ψηφιδωτό

    noun neuter

    artwork

    This is the moment, preserved on a great mosaic from Pompeii.

    Αυτή τη στιγμή απεικονίζει ένα ψηφιδωτό από την Πομπηία.

  • ψηφιδωτός

    adjective
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μωσαΐκωση
    • Ψηφιδωτό
    • καλειδοσκόπιο
    • πανδαιμόνιο
    • πανδαισία

Εικόνες με "Mosaic"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Mosaic" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη