Μετάφραση του "Narrow" σε Ελληνικά

Οι Στενός, στενός, στενεύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Narrow" σε Ελληνικά.

Narrow
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Στενός

    The road which leads to the hotel is narrow.

    Ο δρόμος που αδηγεί στο ξενοδοχείο είναι στενός.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Narrow " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

narrow adjective verb noun γραμματική

having a small width; not wide; slim; slender; having opposite edges or sides that are close, especially by comparison to length or depth. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • στενός

    adjective masculine

    having a small width [..]

    The road which leads to the hotel is narrow.

    Ο δρόμος που αδηγεί στο ξενοδοχείο είναι στενός.

  • στενεύω

    to get narrower [..]

  • περιορισμένος

    adjective

    Impact will in any case be limited because of the narrow scope of the derogation.

    Εν πάση περιπτώσει, ο αντίκτυπος της απόφασης θα είναι περιορισμένος λόγω του περιορισμένου πεδίου εφαρμογής της παρέκκλισης.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • περιορίζω
    • μειώνω
    • καταλήγω
    • ειδικεύομαι
    • εξειδικεύομαι
    • ξεκαθαρίζω
    • οριακός, -ή, -ό

Εικόνες με "Narrow"

Φράσεις παρόμοιες με "Narrow" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Narrow" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη