Μετάφραση του "Native" σε Ελληνικά

Οι Ντόπιος, βασικός, γηγενής, μητρικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Native" σε Ελληνικά.

Native adjective noun γραμματική

Belonging to the native inhabitants of the Americas or Australia; in particular: [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ντόπιος, βασικός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Native " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

native adjective noun γραμματική

Belonging to one by birth. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γηγενής

    adjective masculine

    characteristic of or relating to people inhabiting a region from the beginning

    Strix nebulosa lapponica, a rare species of owl native to China.

    Strix nebulosa lapunica ένα σπάνιο είδος κουκουβάγιας γηγενές στην Κίνα.

  • μητρικός

    adjective masculine

    belonging to one by birth

    English is not my native language.

    Τα Αγγλικά δεν είναι η μητρική μου γλώσσα.

  • ντόπιος

    adjective noun masculine

    characteristic of or existing by virtue of geographic origin

    Oh, some native's always coming in with a pearl or a diamond, some wild tale.

    Ω, κάποιος ντόπιος πάντα βρίσκει σε ένα μαργαριτάρι ή ένα διαμάντι, κάποια ιστορία για αγρίους.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αυτόχθων
    • ιθαγενής
    • γενέθλιος
    • αβίαστος
    • ενδημικός
    • έμφυτος
    • μητρική
    • τοπικός
    • φυσικός
    • κάτοικος
    • εγγενής
    • γενέτειρα
    • εθνικός
    • παραδοσιακός
    • αυτόχθονας
    • εγχώριος
    • πολίτης
    • βέρος
    • αυτοφυής
    • δημότης
    • αρχέτυπος
    • εγχώριας παραγωγής
    • ημεδαπός, -ή, -ό
    • ιδιαίτερη πατρίδα
    • κεκτημένος
    • που κατάγεται από

Εικόνες με "Native"

Φράσεις παρόμοιες με "Native" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Native" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη