Μετάφραση του "Needle" σε Ελληνικά

Οι Βελόνα, ακίδα, βελόνα, διαολίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Needle" σε Ελληνικά.

Needle
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Βελόνα, ακίδα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Needle " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

needle verb noun γραμματική

A long, thin, sharp implement usually for piercing such as sewing, or knitting, acupuncture, tattooing, body piercing, medical injections etc. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βελόνα

    noun feminine

    implement for sewing etc. [..]

    No matter how I turn the compass, the needle always points the same way.

    Όπως και να στρίψω την πυξίδα, η βελόνα πάντα δείχνει προς την ίδια κατεύθυνση.

  • διαολίζω

    verb

    to tease in order to provoke

  • πευκοβελόνα

    noun feminine

    leaf of conifer

    And only a pine needle would have been appropriate in this case.

    Και μόνο μία πευκοβελόνα εφτανε!

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βουρλίζω
    • δείκτης
    • φύλλον
    • ράβω
    • προσθέτω οινόπνευμα σε ποτό
    • σύριγγα
    • ακίδα
    • οβελίσκος
    • κορυφή
    • δείχτης
    • τσατίζω
    • τσιγκλάω
    • δίνω στα νεύρα

Εικόνες με "Needle"

Φράσεις παρόμοιες με "Needle" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Needle" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη