Μετάφραση του "Neighbour" σε Ελληνικά

Οι Γείτονας, γείτονας, γειτονεύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Neighbour" σε Ελληνικά.

Neighbour
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Γείτονας

    Neighbours said Malnick was quiet and lived alone.

    Γείτονες είπαν ότι ο Μάλνικ ήταν ήσυχος και ζούσε μόνος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Neighbour " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

neighbour verb noun γραμματική

A person living on adjacent or nearby land. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γείτονας

    noun masculine

    a person living on adjacent or nearby land [..]

    Treat thy neighbour as you wish to be treated yourself, huh?

    Να φέρεσαι στον γείτονα όπως θέλεις να σου φέρεται αυτός.

  • γειτονεύω

    verb

    to be adjacent to

  • γειτόνισσα

    noun feminine

    a person living on adjacent or nearby land

    One of the neighbours said she saw a copper carrying her out a couple of minutes later.

    Μια γειτόνισσα είπε ότι είδε έναν μπάτσο να τη μεταφέρει έξω.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πλησίον
    • περίοικος
    • γείτων
    • η γειτόνισσα

Εικόνες με "Neighbour"

Φράσεις παρόμοιες με "Neighbour" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Neighbour" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη