Μετάφραση του "Nick" σε Ελληνικά

Οι Νίκος, Νικόλαος, Εγκοπή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Nick" σε Ελληνικά.

Nick proper

A diminutive of the male given name Nicholas. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Νίκος

    proper

    Diminutive of the male given name Nicholas [..]

    Zerstoerer's coming for the stick that Nick has with him right now.

    Zerstoerer έρχεται για το ραβδί ότι ο Νίκος έχει μαζί του αυτή τη στιγμή.

  • Νικόλαος

    proper masculine

    St. Nick took the same deal you did.

    Ο Άγιος Νικόλαος πήρε την ίδια προσφορά με εσένα.

  • Εγκοπή

    The only mark a spark plug makes is a nick at the center.

    Το μόνο σημάδι που αφήνει η ασφάλεια είναι μια εγκοπή στη μέση.

  • Νίκο

    Hey, Nick, if you ever feel the urge to jump again, you call me.

    Γεια σου, Νίκο, αν ποτέ αισθάνονται την ανάγκη να πηδήξει ξανά, μπορείτε να μου τηλεφωνήσει.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Nick " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

nick verb noun γραμματική

A particular point or place considered as marked by a nick; the exact point or critical moment. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εγκοπή

    noun

    The only mark a spark plug makes is a nick at the center.

    Το μόνο σημάδι που αφήνει η ασφάλεια είναι μια εγκοπή στη μέση.

  • εντομή

    noun feminine

    Careful dissection is required to avoid nicking the thin capsule in order to prevent fluid leakage.

    Απαιτείται προσοχή κατά την ανατομή για να μην προκληθεί εντομή στη λεπτή κάψα και διαρροή υγρών.

  • κλέβω

    verb

    At least I'm not nicking my boyfriend's ideas.

    Εγώ δεν κλέβω της ιδέες του αγοριού μου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Αστ. Τμήμα
    • παρατσούκλι
    • φυλακή
    • αρπάζω
    • τσιμπώ

Φράσεις παρόμοιες με "Nick" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Nick" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη