Μετάφραση του "Normal" σε Ελληνικά

Οι Κανονικό, Κανονικός, νόρμαλ, φυσιολογικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Normal" σε Ελληνικά.

Normal

The name of a device profile that handles incoming calls by always notifying the user.

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κανονικό

    The name of a device profile that handles incoming calls by always notifying the user.

    Normal operational temperature range of reagent (where appropriate):

    Κανονικό εύρος θερμοκρασίας λειτουργίας του αντιδραστηρίου (κατά περίπτωση):

  • Κανονικός, νόρμαλ

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Normal " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

normal adjective noun γραμματική

According to norms or rules. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φυσιολογικός

    adjective masculine

    usual, ordinary [..]

    She can do it herself like a normal person.

    Μπορεί να το κάνει και μόνη της σαν φυσιολογικός άνθρωπος.

  • κανονικός

    adjective

    Tom is breathing normally.

    Ο Τομ αναπνέει κανονικά.

  • κάθετος

    noun feminine

    mathematics: a line perpendicular to another

    Pi = normal reaction of road surface on axle i under static conditions.

    Pi = κάθετος αντίδραση της οδού επί του άξονος i, υπό στατικές συνθήκες.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ομαλός
    • φυσικός
    • συνηθισμένος
    • νορμάλ
    • λογικός
    • κανονικότητα
    • σύμβαση

Φράσεις παρόμοιες με "Normal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Normal" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη