Μετάφραση του "Nose" σε Ελληνικά
Οι Μύτη, στόμιο, ακροφύσιο, μύτη, ρύγχος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Nose" σε Ελληνικά.
Nose
-
Μύτη, στόμιο, ακροφύσιο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Nose " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
nose
verb
noun
γραμματική
The organ of the face used to breathe or smell. [..]
-
μύτη
noun feminineprotuberance on the face [..]
My nose is running.
Η μύτη μου τρέχει.
-
ρύγχος
noun neutertip of an object
I remember that the more I pulled on the stick, the harder the nose went down.
Θυμάμαι ότι όσο περισσότερο τραβούσα το χειριστήριο, τόσο πιο δύσκολα κατέβαινε το ρύγχος.
-
μούρη
noun femininetip of an object
Yeah, but he doesn't have to rub my nose in it.
Ναι, αλλά δε χρειάζεται να μου το τρίψετε στη μούρη.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- όσφρηση
- αιχμή
- μουσούδι
- μήτη
- παραλίγο
- προχωρώ με επιφύλαξη
- ράμφος
- οσμίζομαι
- ανιχνεύω
- ακμή
- γωνία
- Μύτη
- μυρίζομαι
- παρά τρίχα
- προχωρώ αργά
Εικόνες με "Nose"
Φράσεις παρόμοιες με "Nose" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αετήσια μύτη · γαμψή μύτη
-
κρίκος μύτης
-
ασβός
-
ο καπετάνικος να πνιγεί, κι ας πνιγώ κι εγώ · το γινάτι βγάζει μάτι
-
χώνω τη μύτη μου
-
βλέπω με απαξίωση
-
φύσημα
-
σκαλίζω τη μύτη μου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη