Μετάφραση του "Noun" σε Ελληνικά

Οι Ουσιαστικό, ουσιαστικό, όνομα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Noun" σε Ελληνικά.

Noun
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ουσιαστικό

    As with the other terms used by the Tamarian, this appears to be a proper noun.

    Όσο για τους υπόλοιπους όρους, που χρησιμοποίησαν οι Ταμαριανοί, αυτό φαίνεται σαν να είναι κάποιο ουσιαστικό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Noun " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

noun verb noun γραμματική

(grammar) A word that can be used to refer to a person, animal, place, thing, phenomenon, substance, quality, or idea; one of the basic parts of speech in many languages, including English. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ουσιαστικό

    noun neuter

    grammatical category (narrow sense) [..]

    As with the other terms used by the Tamarian, this appears to be a proper noun.

    Όσο για τους υπόλοιπους όρους, που χρησιμοποίησαν οι Ταμαριανοί, αυτό φαίνεται σαν να είναι κάποιο ουσιαστικό.

  • όνομα

    noun neuter

    grammatical category (broad sense) [..]

    Proper noun applied to the real world entity identified by the locator.

    Κύριο όνομα το οποίο εφαρμόζεται στην οντότητα του πραγματικού κόσμου που προσδιορίζεται από τον εντοπιστή.

  • ουσιαστικόν

    A word that can be used to refer to a person, place, thing, quality, or idea; a part of speech. It can serve as the subject or object of a verb. For example, a table or a computer.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ουσιαστικοποιώ
    • Ουσιαστικό

Φράσεις παρόμοιες με "Noun" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Noun" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη