Μετάφραση του "Obsolete" σε Ελληνικά
Οι Απαρχαιωμένος, ξεπερασμένος, υπό κατάργηση, απαρχαιωμένος, παρωχημένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Obsolete" σε Ελληνικά.
-
Απαρχαιωμένος, ξεπερασμένος, υπό κατάργηση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Obsolete " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
(of words, equipment, etc.) no longer in use; gone into disuse; disused or neglected (often by preference for something newer, which replaces the subject). [..]
-
απαρχαιωμένος
adjective masculineno longer in use
These financial and corporate structures are now obsolete, and they must be outgrown.
Αυτές οι οικονομικές και εταιρικές δομές είναι απαρχαιωμένος πια, και πρέπει να ξεριζωθούν.
-
παρωχημένος
adjective masculineno longer in use
The Commission lately declared 250 agricultural laws obsolete.
Προσφάτως, η Επιτροπή χαρακτήρισε 250 νόμους που αφορούν τη γεωργία παρωχημένους.
-
ξεπερασμένος
adjective masculineno longer in use
I've built a world where death is obsolete.
Έχω δημιουργήσει ένα κόσμο όπου ο θάνατος είναι ξεπερασμένος.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- υποτυπώδης
- έωλος
- υπό κατάργηση
Φράσεις παρόμοιες με "Obsolete" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
απαρχαιωμένη τεχνολογία
-
απαρχαιωμένος εξοπλισμός