Μετάφραση του "Off" σε Ελληνικά

Οι Διακοπή, εκτός λειτουργίας, από, κλειστό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Off" σε Ελληνικά.

Off
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Διακοπή, εκτός λειτουργίας

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Off " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

off adjective verb noun adverb adposition γραμματική

In a direction away from the speaker or object. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • από

    adposition

    from

    One more step, and I would have fallen off the cliff.

    Ένα βήμα ακόμα και θα είχα πέσει από το γκρεμό.

  • κλειστό

    neuter

    inoperative, disabled

    We're set up on the mystery phone, but it's turned off, battery out.

    Είμαστε έτοιμοι για το μυστηριώδες κινητό, αλλά είναι κλειστό, τελείωσε η μπαταρία.

  • μακριά

    adverb

    Now, you all could do yourself a favor, stay up off that court.

    Εχετε το νου σας, μείνετε μακριά από το γήπεδο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • απενεργοποίηση
    • κλειστός
    • έκπτωση
    • ανενεργός
    • σκοτώνω
    • εκτελώ
    • αποτελειώνω
    • φονεύω
    • εκτός λειτουργίας
    • ξε(+ρήμα)

Φράσεις παρόμοιες με "Off" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Off" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη