Μετάφραση του "Open" σε Ελληνικά
Οι Ανοικτός, ανοίγω, ανοιχτός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Open" σε Ελληνικά.
-
Ανοικτός
Open tube, probe, bottle or another appropriate equipment able to take samples at random from the sampled portion.
Ανοικτός σωλήνας, καθετήρας, φιάλη ή άλλο κατάλληλο σκεύος ικανό να συλλέγει τυχαία δείγματα από την παρτίδα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Open " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
(not comparable) Which is not closed; accessible; unimpeded; as, an open gate. [..]
-
ανοίγω
verbto begin conducting business [..]
I asked Tom to open the window.
Ζήτησα από τον Τομ να ανοίξει το παράθυρο.
-
ανοιχτός
adjective masculinereceptive [..]
Because the definition of morality is open to interpretation.
Επειδή ο ορισμός της ηθικής είναι ανοιχτός σε ερμηνείες.
-
ανοικτός
adjectiveThe standing invitation to tender shall remain open until a date to be determined.
Ο διαρκής διαγωνισμός παραμένει ανοικτός μέχρι μια ημερομηνία που θα καθοριστεί αργότερα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- δημόσιος
- ειλικρινής
- εκκρεμής
- αρχίζω
- ανοίγομαι
- ελεύθερος
- ξεκινώ
- δεκτικός
- φανερός
- εκτεθειμένος
- προσβάσιμος
- ακάλυπτος
- απλώνω
- αφύλακτος
- ξεδιπλώνω
- απροκάλυπτος
- κατάφωρος
- αναπάντητος
- αποκαλύπτομαι
- αραιώνω
- ξεδιπλωμένος
- ξεσκέπαστος
- τεντώνω
- ανεμπόδιστος
- ήπιος
- παντελής
- ανοιχτή
- ανοιχτό
- ανοιχτό τουρνουά
- κηρύσσω έναρξη
- υποκείμενος (σε)
- ύπαιθρο(ς)
Εικόνες με "Open"
Φράσεις παρόμοιες με "Open" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
τζάκι
-
εισάγω την εποχή (+Γεν.)
-
ανοιχτή ευκαιρία
-
ανοικτό κύκλωμα
-
χωρίς περιορισμούς
-
αρτισύστατος · νεότευκτος · πρόσφατα εγκαινιασθείς
-
Ανοικτό σμήνος