Μετάφραση του "Oral" σε Ελληνικά
Οι Προφορικός, προφορικός, στοματικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Oral" σε Ελληνικά.
A male given name of American usage, ultimately derived from Aurelius . [..]
-
Προφορικός
The requesting country shall submit a written request specifying the reasons for it to be heard orally.
Η αιτούσα χώρα υποβάλλει γραπτή αίτηση διευκρινίζοντας τους λόγους για την προφορική ακρόαση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Oral " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Relating to the mouth. [..]
-
προφορικός
adjective masculinespoken
The requesting country shall submit a written request specifying the reasons for it to be heard orally.
Η αιτούσα χώρα υποβάλλει γραπτή αίτηση διευκρινίζοντας τους λόγους για την προφορική ακρόαση.
-
στοματικός
adjective masculinerelating to the mouth
In general, only one route of administration is necessary and the oral route is the preferred route.
Κατά κανόνα μόνο μία οδός χορήγησης είναι αναγκαία, κατά προτίμηση η στοματική οδός.
-
προφορικά,προφορική εξέταση
Φράσεις παρόμοιες με "Oral" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
προφορική λογοτεχνία
-
πόσιμο εμβόλιο
-
προφορικά
-
από του στόματος θεραπεία ενυδάτωσης
-
Στοματική και γναθοπροσωπική χειρουργική
-
δημόσια αγόρευση · δημόσια ομιλία
-
προφορική ερώτηση
-
προφορική εξέταση