Μετάφραση του "Ordinary" σε Ελληνικά

Οι Συνηθισμένος, τακτικός, συνηθισμένος, κοινός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Ordinary" σε Ελληνικά.

Ordinary noun

The part of the Roman Catholic Mass that is the same every day [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Συνηθισμένος, τακτικός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Ordinary " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

ordinary adjective noun γραμματική

(law) Having regular jurisdiction (of a judge; now only used in certain phrases). [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνηθισμένος

    adjective masculine

    normal, routine [..]

    But there are times when even a prince should behave like an ordinary fellow.

    Αλλά υπάρχουν στιγμές που ακόμη κι ένας πρίγκηπας συμπεριφέρεται σαν συνηθισμένος τύπος.

  • κοινός

    adjective masculine

    normal, routine

    Land is no ordinary commodity which can simply be manufactured in larger quantities.

    Η γη δεν είναι κοινό εμπόρευμα που μπορεί απλά να παράγεται σε μεγαλύτερες ποσότητες.

  • συνήθης

    adjective

    All normal orders are placed by fax or telephone, and in some cases by ordinary letter.

    Οι συνήθεις παραγγελίες γίνονται μέσω τηλεομοιοτυπίας ή τηλεφώνου και σπανιότερα δι' απλής επιστολής.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • απλός
    • κανονικός
    • συνηθισμένη κατάσταση
    • τακτικός
    • μέτριος
    • καθημερινός

Φράσεις παρόμοιες με "Ordinary" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Ordinary" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη