Μετάφραση του "Outlive" σε Ελληνικά
Οι επιβιώνω, επιζώ, "θάβω" είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Outlive" σε Ελληνικά.
outlive
verb
γραμματική
(transitive) To live longer than; continue to live after the death of; overlive; survive. [..]
-
επιβιώνω
verb -
επιζώ
verb -
"θάβω"
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ζω περισσότερο από
- ξεπερνώ (σε ηλικία)
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Outlive " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη