Μετάφραση του "Owner" σε Ελληνικά

Οι Κάτοχος, κύριος, ιδιοκτήτης, κάτοχος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Owner" σε Ελληνικά.

Owner
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κάτοχος, κύριος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Owner " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

owner noun γραμματική

One who owns (something). [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιδιοκτήτης

    noun masculine

    one who owns

    Who is the owner of this house?

    Ποιος είναι ο ιδιοκτήτης αυτού του σπιτιού;

  • κάτοχος

    noun masculine

    The user who is responsible for a particular record in the system. The owner is frequently allowed to perform actions on the record that other users cannot.

    A description of the method by which the manufacturer informs the vehicle owners.

    Περιγραφή της μεθόδου με την οποία ο κατασκευαστής θα ενημερώσει τους κατόχους οχημάτων.

  • ιδιοκτήτρια

    noun feminine

    one who owns

    And I was seen in that house by the owner.

    Και με είδε στο σπίτι του φόνου η ιδιοκτήτρια.

  • ιδιοκτήτης, κάτοχος

Εικόνες με "Owner"

Φράσεις παρόμοιες με "Owner" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Owner" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη