Μετάφραση του "Ownership" σε Ελληνικά
Οι Κυριότητα, ιδιοκτησία, ιδιοκτησία, κυριότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Ownership" σε Ελληνικά.
A field which appears in the 'Company Information' section of the default 'Account' form.
-
Κυριότητα
A field which appears in the 'Company Information' section of the default 'Account' form.
Ownership, allocation and exercise of rights
Κυριότητα, θεμελίωση και άσκηση των δικαιωμάτων
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Ownership " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
The state of having complete legal control of the status of something. [..]
-
ιδιοκτησία
noun femininelegal term
The Party generating intellectual property shall have full ownership.
Το μέρος που παράγει διανοητική ιδιοκτησία έχει την πλήρη κυριότητά της.
-
ιδιοκτησία, κυριότητα
-
κυριότης
The risks and rewards of ownership are transferred to the lessee.
Οι κίνδυνοι και τα οφέλη που συνδέονται με την κυριότητα των αγαθών μεταβιβάζονται στο μισθωτή.
-
κυριότητα
noun feminineThe way a company or business is owned by the people who run it.
The risks and rewards of ownership are transferred to the lessee.
Οι κίνδυνοι και τα οφέλη που συνδέονται με την κυριότητα των αγαθών μεταβιβάζονται στο μισθωτή.
Φράσεις παρόμοιες με "Ownership" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πλοιοκτησία
-
πλήρης κυριότητα
-
κυριότητα, νομή, και κατοχή
-
μεταβίβαση κυριότητας
-
πλήρης κυριότητα
-
ιδιοκτησία εξ αδιαιρέτου · συγκυριότητα
-
κυριότητα, νομή, και κατοχή
-
αλλαγή ιδιοκτησίας